country road
count
ˈkʌnt
kant
ry
ri
ri
road
rəʊd
rewd

Ορισμός και σημασία του "country road"στα αγγλικά

01

αγροτικός δρόμος, επαυλιώτικη οδός

a road located in the countryside, usually rural, often smaller and less developed than urban roads 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
country roads
Παραδείγματα
We took a long drive down the country road to enjoy the scenery. 

Κάναμε μια μεγάλη βόλτα στην αγροτική οδό για να απολαύσουμε το τοπίο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store