Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
one or two
01
ένα ή δύο, μερικά
used to refer to a small number things or people
Παραδείγματα
There were one or two problems with the project.
Υπήρχαν ένα ή δύο προβλήματα με το έργο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ένα ή δύο, μερικά
Υπήρχαν ένα ή δύο προβλήματα με το έργο.