Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
travel-sick
01
ταξιδιωτικός άρρωστος, ζάλη από κίνηση
feeling dizzy or nauseous due to movement or motion while traveling
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most travel-sick
συγκριτικός βαθμός
more travel-sick
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The child started to feel travel-sick on the winding road.
Το παιδί άρχισε να νιώθει ναυτία από το ταξίδι στον κουφαρό δρόμο.



























