waste ground
waste
weɪst
veist
ground
graʊnd
grawnd

Ορισμός και σημασία του "waste ground"στα αγγλικά

01

ερήμωση, ακαλλιέργητη γη

an empty or unused piece of land, often in poor condition or not suitable for building or farming 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
waste grounds
Παραδείγματα
The old factory was located on a stretch of waste ground. 

Το παλιό εργοστάσιο βρισκόταν σε ένα τμήμα ερημικής γης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store