waste ground
Pronunciation
/wˈeɪst ɡɹˈaʊnd/

Ορισμός και σημασία του "waste ground"στα αγγλικά

01

ερήμωση, ακαλλιέργητη γη

an empty or unused piece of land, often in poor condition or not suitable for building or farming
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
waste grounds
Παραδείγματα
The waste ground had become a gathering spot for stray animals.
Το ερημικό έδαφος είχε γίνει σημείο συνάντησης για αδέσποτα ζώα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store