travel card
tra
ˈtræ
τραι
vel
ˌvəl
βαλ
card
kɑ:d
καντ

Ορισμός και σημασία του "travel card"στα αγγλικά

01

κάρτα ταξιδιού, κάρτα μετακίνησης

a card used to pay for transportation, such as buses, trains, or subways 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
travel cards
Παραδείγματα
She lost her travel card but was able to replace it easily. 

Έχασε την κάρτα ταξιδιού της αλλά μπόρεσε να την αντικαταστήσει εύκολα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store