Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to be bad at something
01
to lack skill or ability in a particular activity or area
συμφραστική σύναψη
Παραδείγματα
He is terrible at cooking and often burns his food.
Είναι κακός στο μαγείρεμα και συχνά καίει το φαγητό του.



























