Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Social life
01
κοινωνική ζωή, κοινωνική δραστηριότητα
the activities and interactions a person has with other people for fun and enjoyment, outside of work or other responsibilities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
social lives
Παραδείγματα
Her social life became more exciting after she joined the club.
Η κοινωνική της ζωή έγινε πιο συναρπαστική αφού μπήκε στο κλαμπ.



























