hard work
hard
hɑ:d
haad
work
wɜ:k
vēk

Ορισμός και σημασία του "hard work"στα αγγλικά

01

σκληρή δουλειά, συνεχής προσπάθεια

a great deal of effort or endurance put into achieving a specific goal or task 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Cultivating a beautiful garden requires consistent watering, pruning, and planting—true hard work for any green-thumbed enthusiast. 

Η καλλιέργεια ενός όμορφου κήπου απαιτεί συνεχή πότισμα, κλάδεμα και φύτευση—πραγματική σκληρή δουλειά για κάθε λάτρη της κηπουρικής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store