Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hard work
01
σκληρή δουλειά, συνεχής προσπάθεια
a great deal of effort or endurance put into achieving a specific goal or task
Παραδείγματα
Crafting a compelling novel is more than inspiration; it ’s about sitting down day after day, typing away, and revising a labor of love and hard work.
Η δημιουργία ενός συναρπαστικού μυθιστορήματος είναι κάτι περισσότερο από έμπνευση· πρόκειται για το να κάθεσαι μέρα με τη μέρα, να πληκτρολογείς ασταμάτητα και να αναθεωρείς ένα έργο αγάπης και σκληρής δουλειάς.



























