hard work
Pronunciation
/hˈɑːɹd wˈɜːk/

Ορισμός και σημασία του "hard work"στα αγγλικά

01

σκληρή δουλειά, συνεχής προσπάθεια

a great deal of effort or endurance put into achieving a specific goal or task
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Crafting a compelling novel is more than inspiration; it ’s about sitting down day after day, typing away, and revising a labor of love and hard work.
Η δημιουργία ενός συναρπαστικού μυθιστορήματος είναι κάτι περισσότερο από έμπνευση· πρόκειται για το να κάθεσαι μέρα με τη μέρα, να πληκτρολογείς ασταμάτητα και να αναθεωρείς ένα έργο αγάπης και σκληρής δουλειάς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store