Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to see round
[phrase form: see]
01
εξερευνώ, επισκέπτομαι
to explore different parts of a place, often to get familiar with it
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
round
βασικό ρήμα
see
ενεστώτας
see round
γ΄ ενικό πρόσωπο
sees round
ενεστώτα μετοχή
seeing round
απλός αόριστος
saw round
παθητική μετοχή
seen round
Παραδείγματα
He offered to see us round the city during our visit.
Προσφέρθηκε να μας ξενάγησει στην πόλη κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μας.



























