Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to see round
01
εξερευνώ, επισκέπτομαι
to explore different parts of a place, often to get familiar with it
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
round
βασικό ρήμα
see
ενεστώτας
see round
γ΄ ενικό πρόσωπο
sees round
ενεστώτα μετοχή
seeing round
απλός αόριστος
saw round
παθητική μετοχή
seen round
Παραδείγματα
We had a guide to help us see round the museum.
Είχαμε έναν οδηγό για να μας βοηθήσει να περιηγηθούμε το μουσείο.



























