Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hold out for
01
κρατιέμαι για, επιμένω για
to refuse to accept or agree to something in order to get something better
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out for
βασικό ρήμα
hold
ενεστώτας
hold out for
γ΄ ενικό πρόσωπο
holds out for
ενεστώτα μετοχή
holding out for
απλός αόριστος
held out for
παθητική μετοχή
held out for
Παραδείγματα
The workers are holding out for a ten percent pay rise.
Οι εργαζόμενοι επιμένουν σε μια αύξηση μισθού δέκα τοις εκατό.
LanGeek



























