Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beat down on
[phrase form: beat]
01
χτυπά με δύναμη πάνω σε, καίει αμείλικτα
(of intense weather conditions like sun or rain) to fall on someone or something with great force
Παραδείγματα
The sun beat down on us during our hike.
Ο ήλιος έκαιγε αμείλικτα πάνω μας κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας μας.
Heavy rain beat down on the roof all night.
Βαριά βροχή έπεφτε με δύναμη πάνω στη στέγη όλη τη νύχτα.



























