Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to double up as
[phrase form: double]
01
λειτουργεί επίσης ως, χρησιμεύει επιπλέον ως
to have another function in addition to the main one
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up as
βασικό ρήμα
double
ενεστώτας
double up as
γ΄ ενικό πρόσωπο
doubles up as
ενεστώτα μετοχή
doubling up as
απλός αόριστος
doubled up as
παθητική μετοχή
doubled up as
Παραδείγματα
The kitchen table doubles up as my workspace.
Το τραπέζι της κουζίνας χρησιμεύει επίσης ως χώρος εργασίας μου.



























