Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to keep on at
01
επιμένω, ενοχλώ
to repeatedly ask or tell someone something in a way that annoys them
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on at
βασικό ρήμα
keep
ενεστώτας
keep on at
γ΄ ενικό πρόσωπο
keeps on at
ενεστώτα μετοχή
keeping on at
απλός αόριστος
kept on at
παθητική μετοχή
kept on at
Παραδείγματα
She kept on at him to clean his room.
Συνέχιζε να τον πιέζει να καθαρίσει το δωμάτιό του.
LanGeek



























