to hack into
hack
ˈhæk
hāk
in
ɪn
in
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "hack into"στα αγγλικά

to hack into
01

χακάρω, εισέρχομαι χωρίς άδεια σε

to gain unauthorized access to a computer system or network 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
hack
ενεστώτας
hack into
γ΄ ενικό πρόσωπο
hacks into
ενεστώτα μετοχή
hacking into
απλός αόριστος
hacked into
παθητική μετοχή
hacked into
Παραδείγματα
The hacker managed to hack into the company’s database. 

Ο χάκερ κατάφερε να εισβάλει στη βάση δεδομένων της εταιρείας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store