Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to peal out
01
ηχώ δυνατά, κουδουνίζω δυνατά
to ring loudly, especially of bells
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
peal
ενεστώτας
peal out
γ΄ ενικό πρόσωπο
peals out
ενεστώτα μετοχή
pealing out
απλός αόριστος
pealed out
παθητική μετοχή
pealed out
Παραδείγματα
The church bells pealed out across the town at noon.
Οι καμπάνες της εκκλησίας χτύπησαν δυνατά σε όλη την πόλη το μεσημέρι.
LanGeek



























