draisine
drai
ˈdreɪ
drei
sine
zi:n
zin

Ορισμός και σημασία του "draisine"στα αγγλικά

01

δραισίνα, σιδηροδρομικό ποδήλατο

a small vehicle that is manually operated and used on railway tracks for maintenance or inspection purposes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
draisines
Παραδείγματα
The workers used a draisine to inspect the tracks for any signs of damage or wear. 

Οι εργάτες χρησιμοποίησαν ένα ντραιζίνο για να ελέγξουν τις ράγες για τυχόν σημάδια ζημιάς ή φθοράς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store