Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tractive effort
01
προσπάθεια έλξης, δύναμη έλξης
the pulling or hauling force exerted by a locomotive or vehicle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tractive efforts
Παραδείγματα
The steam engine's tractive effort enabled it to pull heavy loads across long distances.
Η εφελκυστική δύναμη της ατμομηχανής της επέτρεψε να τραβάει βαριά φορτία σε μεγάλες αποστάσεις.



























