spur route
spur
spɜ:
spē
route
ru:t
root

Ορισμός και σημασία του "spur route"στα αγγλικά

01

δευτερεύουσα οδός, παράκαμψη

a secondary road that diverges from a main road or highway 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spur routes
Παραδείγματα
The industrial complex is connected to the main interstate by a spur route, facilitating easy access for trucks. 

Το βιομηχανικό συγκρότημα συνδέεται με τον κύριο αυτοκινητόδρομο μέσω μιας δευτερεύουσας διαδρομής, διευκολύνοντας την εύκολη πρόσβαση για φορτηγά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store