Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Outer belt
01
εξωτερική ζώνη, περιφερειακή περιοχή
a region at the edge of a city or town, typically beyond the more densely populated areas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outer belts
Παραδείγματα
Schools in the outer belt often have larger campuses and more outdoor facilities.
Τα σχολεία στην εξωτερική ζώνη έχουν συχνά μεγαλύτερες πανεπιστημιουπόλεις και περισσότερες εξωτερικές εγκαταστάσεις.



























