outer belt
ou
ˈaʊ
aw
ter
tə
tē
belt
bɛlt
belt

Ορισμός και σημασία του "outer belt"στα αγγλικά

01

εξωτερική ζώνη, περιφερειακή περιοχή

a region at the edge of a city or town, typically beyond the more densely populated areas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
outer belts
Παραδείγματα
The new shopping mall was built in the outer belt to avoid the crowded city center. 

Το νέο εμπορικό κέντρο χτίστηκε στον εξωτερικό περίκυκλο για να αποφευχθεί το συνωστισμένο κέντρο της πόλης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store