climbing lane
climb
ˈklaɪm
klaim
ing
ɪng
ing
lane
leɪn
lein

Ορισμός και σημασία του "climbing lane"στα αγγλικά

01

λωρίδα ανόδου, λωρίδα για αργά οχήματα

an additional lane on a road designed to help slower vehicles move uphill without impeding faster traffic 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
climbing lanes
Παραδείγματα
The highway has a climbing lane that allows trucks to ascend the steep hill without slowing down other vehicles. 

Ο αυτοκινητόδρομος έχει μια λωρίδα ανόδου που επιτρέπει στα φορτηγά να ανεβαίνουν τον απότομο λόφο χωρίς να επιβραδύνουν τα άλλα οχήματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store