Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drive on
01
συνεχίστε να οδηγείτε, προχωρήστε στην οδήγηση
to continue driving a vehicle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
drive
ενεστώτας
drive on
γ΄ ενικό πρόσωπο
drives on
ενεστώτα μετοχή
driving on
απλός αόριστος
drove on
παθητική μετοχή
driven on
Παραδείγματα
They drive on the highway every morning to get to work.
Οδηγούν στον αυτοκινητόδρομο κάθε πρωί για να πάνε στη δουλειά.



























