traction control
trac
ˈtræk
trāk
tion
ʃən
shēn
cont
kənt
kēnt
rol
rəʊl
rewl

Ορισμός και σημασία του "traction control"στα αγγλικά

Traction control
01

έλεγχος έλξης, σύστημα αντιολίσθησης

a system in vehicles that helps prevent wheels from slipping on slippery surfaces 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
My new car has traction control, so I feel safer driving in rainy weather. 

Το καινούριο μου αυτοκίνητο έχει έλεγχο πρόσφυσης, οπότε αισθάνομαι πιο ασφαλής οδηγώντας σε βροχερό καιρό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store