Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Traction control
01
έλεγχος έλξης, σύστημα αντιολίσθησης
a system in vehicles that helps prevent wheels from slipping on slippery surfaces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
My new car has traction control, so I feel safer driving in rainy weather.
Το καινούριο μου αυτοκίνητο έχει έλεγχο πρόσφυσης, οπότε αισθάνομαι πιο ασφαλής οδηγώντας σε βροχερό καιρό.



























