Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
street running train
/stɹˈiːt ɹˈʌnɪŋ tɹˈeɪn/
Street running train
01
τρένο που τρέχει στο δρόμο, αστικό τρένο που μοιράζεται τον δρόμο
a type of railway operation where trains run directly on urban streets shared with road traffic
Παραδείγματα
Pedestrians must be cautious when crossing streets with a street running train nearby.
Οι πεζοί πρέπει να είναι προσεκτικοί όταν διασχίζουν δρόμους με τρένο που κινείται στον δρόμο κοντά.



























