Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Monowheel
01
μονοτροχός, οχήμα με μία ρόδα
a single-wheeled vehicle typically featuring a rider inside or outside the wheel's circumference
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
monowheels
Παραδείγματα
The inventor showcased his new monowheel design at the technology expo.
Ο εφευρέτης παρουσίασε το νέο του σχέδιο μονοτροχιού στην τεχνολογική έκθεση.
Λεξικό Δέντρο
monowheel
wheel



























