Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kick scooter
01
πατίνι, σκούτερ
a human-powered vehicle with a handlebar, deck, and wheels, propelled by pushing off the ground with one foot while the other foot rests on the deck
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kick scooters
Παραδείγματα
The child zoomed down the sidewalk on his new kick scooter, laughing joyfully.
Το παιδί τρέχει στον πεζόδρομο με το νέο του πατίνι, γελώντας χαρούμενα.



























