Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Semi-finalist
01
ημιτελικός
a participant who has advanced to the semi-final round of a competition or tournament
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
semi-finalists
Παραδείγματα
Being a semi-finalist in the cooking contest meant she was one step closer to the prize.
Το να είναι ημιτελικός στο διαγωνισμό μαγειρικής σήμαινε ότι ήταν ένα βήμα πιο κοντά στο βραβείο.



























