semi-finalist
se
se
se
mi
mi
mi
fi
faɪ
fai
na
list
lɪst
list
semifinalist

Ορισμός και σημασία του "semi-finalist"στα αγγλικά

01

ημιτελικός

a participant who has advanced to the semi-final round of a competition or tournament 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
semi-finalists
Παραδείγματα
The soccer team celebrated their victory, knowing they were now semi-finalists. 

Η ομάδα ποδοσφαίρου γιόρτασε τη νίκη της, γνωρίζοντας ότι είναι τώρα ημιτελικοί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store