Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cueist
01
παίκτης μπιλιάρδου, ειδικός στο μπιλιάρδο
a person who plays cue sports, especially billiards or snooker
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cueists
Παραδείγματα
She is considered one of the finest cueists in the region.
Θεωρείται μία από τις καλύτερες παίκτες μπιλιάρδου στην περιοχή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cueist
cue



























