markswoman
Pronunciation
/mˈɑːɹkswʊmən/

Ορισμός και σημασία του "markswoman"στα αγγλικά

01

σκοπεύτρια, ελεύθερη σκοπεύτρια

a female skilled in shooting or target sports, particularly with firearms
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
markswomen
Παραδείγματα
Her reputation as a skilled markswoman earned her a place in the national team.
Η φήμη της ως δεξιοτέχνης σκοπεύτριας της χάρισε μια θέση στην εθνική ομάδα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store