spearfishing
spear
ˈspɪə
σπιε
fi
ˌfɪ
φι
shing
ʃɪng
σινγκ

Ορισμός και σημασία του "spearfishing"στα αγγλικά

01

ψάρεμα με ακόντιο, υποθαλάσσια κυνηγητό

the practice of hunting fish underwater using a spear or similar device 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Spearfishing requires precision and skill to catch fish underwater. 

Η αλιεία με ακόντιο απαιτεί ακρίβεια και δεξιότητα για να πιάσεις ψάρια υποβρύχια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

spearfishing

spear

+

fishing

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store