experimental group
ex
ˌɪks
iks
pe
pe
ri
ri
men
ˈmɛn
men
tal
təl
tēl
group
gru:p
groop

Ορισμός και σημασία του "experimental group"στα αγγλικά

Experimental group
01

πειραματική ομάδα, ομάδα δοκιμής

the group of subjects or conditions that are exposed to the treatment or intervention being tested 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
experimental groups
Παραδείγματα
Participants in the experimental group were administered the new drug, while those in the control group received a placebo. 

Στους συμμετέχοντες της πειραματικής ομάδας χορηγήθηκε το νέο φάρμακο, ενώ εκείνοι της ομάδας ελέγχου έλαβαν εικονικό φάρμακο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store