spent fuel
spent
spɛnt
spent
fuel
fju:l
fyool

Ορισμός και σημασία του "spent fuel"στα αγγλικά

01

καταναλωμένο καύσιμο, χρησιμοποιημένο πυρηνικό καύσιμο

used nuclear fuel that is no longer efficient for producing energy in a reactor 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store