Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spent fuel
01
καταναλωμένο καύσιμο, χρησιμοποιημένο πυρηνικό καύσιμο
used nuclear fuel that is no longer efficient for producing energy in a reactor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























