bodysurfing
Pronunciation
/ˈbɑdiˌsɝfɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "bodysurfing"στα αγγλικά

01

bodysurfing, σέρφινγκ με το σώμα

the sport or activity of riding waves using only the body, without the aid of a board
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bodysurfings
Παραδείγματα
She caught a big wave while bodysurfing yesterday.
Έπιασε ένα μεγάλο κύμα ενώ έκανε bodysurfing χθες.

Λεξικό Δέντρο

bodysurfing

body

+

surfing

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store