Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bodysurfing
01
bodysurfing, σέρφινγκ με το σώμα
the sport or activity of riding waves using only the body, without the aid of a board
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bodysurfings
Παραδείγματα
She enjoys the freedom of bodysurfing without a board.
Απολαμβάνει την ελευθερία του bodysurfing χωρίς σανίδα.
Λεξικό Δέντρο
bodysurfing
body
surfing



























