kayaking
kaya
ˈkaɪə
kaie
king
kɪng
king

Ορισμός και σημασία του "kayaking"στα αγγλικά

01

καγιάκ, κωπηλασία με καγιάκ

the sport or activity of paddling a small, narrow watercraft called a kayak using a double-bladed paddle 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kayakings
Παραδείγματα
She set a record time in the kayaking race. 

Έθεσε ρεκόρ χρόνου στο αγώνα καγιάκ.

Λεξικό Δέντρο

kayaking
kayak
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store