Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pole plant
01
φύτευση πάλης, τοποθέτηση πάλης
the action of planting a ski pole into the snow to aid in turning and balance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pole plants
Παραδείγματα
She relied on her pole plant to navigate the slope.
Βασίστηκε στο φύτεμα του πάλου της για να πλοηγηθεί στην πλαγιά.



























