pole plant
pole
pəʊl
pewl
plant
plɑ:nt
plaant

Ορισμός και σημασία του "pole plant"στα αγγλικά

01

φύτευση πάλης, τοποθέτηση πάλης

the action of planting a ski pole into the snow to aid in turning and balance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pole plants
Παραδείγματα
He timed his pole plant to initiate the turn. 

Χρονομέτρησε το φύτεμα του πάλου του για να ξεκινήσει την στροφή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store