wheelchair fencing
wheel
ˈwi:l
vil
chair
ˌʧeə
che
fen
fɛn
fen
cing
sɪng
sing

Ορισμός και σημασία του "wheelchair fencing"στα αγγλικά

Wheelchair fencing
01

ξιφασκία σε αμαξίδιο, ξιφασκία ατόμων με αναπηρία

a combar sport where individuals with physical disabilities engage in fencing while seated in a wheelchair 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wheelchair fencings
Παραδείγματα
Wheelchair fencing allows individuals with physical disabilities to compete in the sport of fencing. 

Η ξιφασκία σε αμαξίδιο επιτρέπει σε άτομα με σωματικές αναπηρίες να αγωνίζονται στο άθλημα της ξιφασκίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store