Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Three-pointer
01
τρίποντο, βολή τριών πόντων
(basketball) a shot made from beyond the three-point line, worth three points
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
three-pointers
Παραδείγματα
He made a clutch three-pointer to tie the game.
Έκανε ένα κρίσιμο τρίποντο για να ισοφαρίσει.



























