lineout
line
ˈlaɪn
λαιν
out
aʊt
αουτ
linecut

Ορισμός και σημασία του "lineout"στα αγγλικά

01

έξω πλάγιος, lineout

a method of restarting play after the ball goes out of bounds, where rugby players from each team compete for the ball thrown in from the sideline 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lineouts
Παραδείγματα
Lineouts are crucial moments in rugby matches. 

Οι πλάγιες εισβολές είναι κρίσιμες στιγμές στους αγώνες ράγκμπι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

lineout

line

+

out

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store