long pass
long
lɒng
λονγκ
pass
pɑ:s
πασ

Ορισμός και σημασία του "long pass"στα αγγλικά

01

μακρινή πάσα, μακρινή πάσα στον επιθετικό

a pass that covers a significant distance to reach a teammate, often used to quickly advance the ball or puck 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
long passes
Παραδείγματα
He made a long pass to the striker. 

Έκανε μια μακριά πάσα στον επιθετικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store