red card
red
rɛd
red
card
kɑ:d
kaad

Ορισμός και σημασία του "red card"στα αγγλικά

01

κόκκινη κάρτα, απέλαση

a card raised by the referee that removes a player from the game 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
red cards
Παραδείγματα
They played with a man down after the red card. 

Παίξανε με έναν παίκτη λιγότερο μετά την κόκκινη κάρτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store