Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Carpenter's square
01
γωνιόμετρο ξυλουργού, τετράγωνο ξυλουργού
a tool used in carpentry for measuring and marking right angles and straight lines
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carpenter's squares
Παραδείγματα
The carpenter used a carpenter's square to ensure the corners of the frame were perfectly perpendicular.
Ο ξυλουργός χρησιμοποίησε μια γωνιόμετρο ξυλουργού για να βεβαιωθεί ότι οι γωνίες του πλαισίου ήταν απόλυτα κάθετες.



























