primal cut
Pronunciation
/pɹˈaɪməl kˈʌt/

Ορισμός και σημασία του "primal cut"στα αγγλικά

01

πρωτογενής τομή, κύρια τομή

a large section of meat initially separated from the carcass during butchering, containing major muscle groups and bones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
primal cuts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store