whole language
whole
ˈhəʊl
hewl
lang
lang
lang
uage
wɪʤ
vij

Ορισμός και σημασία του "whole language"στα αγγλικά

Whole language
01

ολική γλώσσα, μεθοδολογία ολικής γλώσσας

a teaching method that focuses on meaning and comprehension rather than individual language components like phonics 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whole languages
Παραδείγματα
In whole language classrooms, students learn to read by engaging with real texts rather than memorizing isolated words. 

Σε τάξεις ολικής γλώσσας, οι μαθητές μαθαίνουν να διαβάζουν αλληλεπιδρώντας με πραγματικά κείμενα αντί να απομνημονεύουν μεμονωμένες λέξεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store