Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Computer-based learning
01
μαθησιακή μεθοδολογία με χρήση υπολογιστή, εκπαίδευση με υπολογιστική υποστήριξη
an educational approach that utilizes computers and digital technology as primary tools for delivering instructional content, interactive activities, and assessments
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
computer-based learnings
Παραδείγματα
The school introduced computer-based learning modules to supplement traditional classroom instruction in mathematics.
Το σχολείο εισήγαγε ενότητες μαθησιακής βάσης υπολογιστή για να συμπληρώσει την παραδοσιακή διδασκαλία στην τάξη στα μαθηματικά.



























