Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pass rate
01
ποσοστό επιτυχίας, ποσοστό περάσματος
the percentage of individuals who successfully meet the requirements or achieve a passing score in an assessment or examination
Παραδείγματα
A low pass rate on the final project prompted the professor to review assignment criteria.
Μια χαμηλή ποσοστό επιτυχίας στο τελικό έργο ώθησε τον καθηγητή να επανεξετάσει τα κριτήρια της εργασίας.



























