Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pass rate
01
ποσοστό επιτυχίας, ποσοστό περάσματος
the percentage of individuals who successfully meet the requirements or achieve a passing score in an assessment or examination
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pass rates
Παραδείγματα
The driving test pass rate increased significantly after new safety measures were introduced.
Ο δείκτης επιτυχίας στις εξετάσεις οδήγησης αυξήθηκε σημαντικά μετά την εισαγωγή νέων μέτρων ασφάλειας.



























